Βιολογικό Κρασί

Οι Ελληνες μπορεί να παραμένουν διστακτικοί με το βιολογικό κρασί, ωστόσο η Δυτική και Κεντρική Ευρώπη δείχνει εξαιρετικό ενδιαφέρον για το κρασί από σταφύλια βιολογικής γεωργίας, με τις εξαγωγές να παρουσιάζουν σταθερά αύξηση κάθε χρόνο. Εντυπωσιακές είναι και οι εξαγωγικές επιδόσεις του κρασιού στις ΗΠΑ.

Όποιος αγοράζει κρασί, σίγουρα έχει τύχει να δει ετικέτες που αναγράφουν την ένδειξη «Βιολογικό» ή κάτι παρόμοιο. Για ένα – μικρό – ποσοστό οινοφίλων, αυτό αποτελεί ένδειξη ποιότητας, αλλά και κίνητρο για αγορά. Τους περισσότερους, όμως, τους αφήνει παγερά αδιάφορους. Ευκαιρία, λοιπόν, να μάθουμε όλοι τι σημαίνει βιολογικό κρασί (στα αγγλικά «organic wine») και ποιος ο λόγος ύπαρξής του. Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να είμαστε σωστοί και ακριβείς. Γι αυτό το λόγο, χρησιμοποιούμε τον σωστό όρο, ο οποίος είναι «Κρασί από σταφύλια βιολογικής γεωργίας». Κι αυτό γιατί, ούτως ή άλλως, η όποια μη-βιολογική παρέμβαση στην διαδικασία δημιουργίας του κρασιού δεν γίνεται στο οινοποιείο, αλλά στο αμπέλι. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή… Η βιολογική καλλιέργεια αποκλείει την χρήση πάσης φύσεως χημικών ή συνθετικών λιπασμάτων η φαρμάκων, είτε για την ανάπτυξη του φυτού, είτε για την καταπολέμηση ασθενειών. Με γνώμονα το σεβασμό στη φύση και το περιβάλλον, καθώς και την δημιουργία καρπών που δεν επιβαρύνονται από μη φυσικές ουσίες και δεν είναι γενετικά τροποποιημένοι, η βιολογική καλλιέργεια επιτρέπει την οποιαδήποτε επέμβαση μόνο με φυσικά/οργανικά πρόσθετα.

Biologiko_krasi-128

Στην περίπτωση της αμπελουργίας, αυτό περιορίζεται κυρίως στη χρήση θειαφιού και θειικού χαλκού ενάντια στις πιο διαδεδομένες ασθένειες του κλήματος (ωίδιο, περονόσπορος), και σε φυσικά κομποστοποιημένα λιπάσματα για την ανάπτυξη του φυτού. Καλλιεργώντας βιολογικά, ο αμπελουργός σέβεται το οικοσύστημα στο οποίο μεγαλώνουν τα κλήματά του και δεν επιβαρύνει ούτε την ατμόσφαιρα, ούτε το έδαφος, ούτε τον υδροφόρο ορίζοντα με τοξικές ουσίες. Μάλιστα, θεωρεί πολύ σημαντικό το φυτό να μεγαλώνει σε απόλυτα φυσικό περιβάλλον, γι αυτό και η διατήρηση των μικρο-οργανισμών του εδάφους (σκουλήκια, έντομα, κλπ) έχει πολύ μεγάλη σημασία στην ανάπτυξη του κλήματος. Με τον τρόπο αυτό, το αμπέλι θα αναπτυχθεί φυσικά, με τα φυτά σε ισορροπημένο ανταγωνισμό για το νερό και τα υπόλοιπα θρεπτικά συστατικά του εδάφους με όλη την υπόλοιπη χλωρίδα και πανίδα. Ένας καλός τρόπος, λοιπόν, να ξεχωρίσει κανείς ένα αμπέλι βιολογικής καλλιέργειας από ένα άλλο στο οποίο η καλλιέργεια γίνεται με συμβατικό τρόπο, είναι η φυσική, «ατημέλητη» εμφάνισή του, με χορτάρια και άλλη βλάστηση ανάμεσα στις σειρές των κλημάτων. Δηλαδή τα αμπέλια βιολογικής γεωργίας είναι απροστάτευτα; Κάθε άλλο. Τα επιτρεπόμενα φάρμακα και λιπάσματα χρησιμοποιούνται προληπτικά, και όχι θεραπευτικά, έχοντας έτσι πιο ουσιαστικά και απτά αποτελέσματα. Επιπλέον, δεν «εκβιάζουν» την ανάπτυξη του φυτού πέρα από τις φυσικές του δυνατότητες, κι έτσι έχουν όλες τις προϋποθέσεις να «εκφράσουν» τα χαρακτηριστικά τόσο της ποικιλίας όσο και του terroir καλύτερα από αντίστοιχες πρακτικές συμβατικής καλλιέργειας. Η «σύλληψη» της ιδέας της βιολογικής καλλιέργειας ανάγεται ουσιαστικά στην εποχή του Μεσοπολέμου, ενώ οι πρακτικές της άρχισαν να γίνονται πιο επίκαιρες μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν η ανάγκη ανοικοδόμησης και ανάπτυξης σε ολόκληρο τον κόσμο αναπόφευκτα ταυτίστηκε με τη χρήση κάθε είδους χημικών και συνθετικών προϊόντων. Σε διεθνές επίπεδο η βιολογική καλλιέργεια εμφανίστηκε στον χάρτη το 1972 με την ίδρυση της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Κινημάτων Βιολογικής Γεωργίας (IFOAM). Σήμερα, η βιολογική καλλιέργεια είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη και γίνεται βάσει διεθνών προτύπων, η συμμόρφωση με τα οποία πιστοποιείται από ειδικούς φορείς σε κάθε χώρα ή/και κλάδο.